Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

ειδα το νιόνιο σε αρχαίο φορτηγό όνειρα να σκαρώνει από τον όλυμπο



να σου πω ένα παράξενο. θα το βρείτε διασκεδαστικό πιστεύω... την περασμένη άνοιξη πριν το πάσχα, ήμουνα στη θεσσαλονίκη κι ετοιμαζόμουνα να κατέβω στην αθήνα. κι ένα περίεργο, ακου, ενώ είχα βγάλει δηλαδή εισητήριο, αεροπορικό να επιστρέψω, πώς μου 'ρθε? όχι... να κατέβω με οτοστόπ! όπως στα νιάτα μου. πριν σαράντα τόσα χρόνια... η άνοιξη...
στήνομαι λοιπόν στην εθνική οδό, ψιλόβρεχε, ωραία, ρομαντικά... και μετά από λίγο.. το βλέπω να ρχεται! όχι εκείνο, το δικό μου.. το δικό μου ήταν ένα βόλβο κόκκινο, ενώ αυτό ήταν τώρα ήταν ένα σκάνια, άσπρο, τριαξονικό. και με μαζεύει λοιπόν. ο οδηγός ένας ίδιος, έτσι σαν εκείνο τον παλιό, ετσι αμίλητος κι αυτός. αλλά όπως τον κόβω από το πλάι σα γνωστή φυσιογνωμία έτσι μου φαίνεται...
"δε μου λες" του λέω... "εσύ μήπως πριν σαράντα τόσα χρόνια οδηγούσες ένα βόλβο κόκκινο?" "ναι" μου λέει... "και μήπως λέγεσαι τζώρτζης?" τζώρτζης"μου κάνει... " τι λε ρε παιδί μου και δε με θυμάσαι?? τόσο πολύ γεράσαμε?" "σε θυμάμαι" μου λέει. "σε θυμάμαι και σε παρακολουθώ. μόνο αν δεν έχεις αντίρρηση να κάνουμε εδώ δεξιά στον Όλυμπο, έχω να παραδώσω σε ένα χωριό κάτι κατσίκια".
αφήνει την εθνική οδό, στρίβει σε μία στενή άσφαλτο, ανεβαίνει, ανεβαίνει, ανεβαίνει, τελειώνει η άσφαλτος αρχινάει ο χωματόδρομος, ανεβαίνει, ανεβαίνει, ανεβαίνει, τελειώνει κι ο χωματόδρομος και συνεχίζει να ανεβαίνει πλέον στο πουθενά. εν τω μεταξύ έπεφτε και το σούρουπο. όσο να ναι είχα αρχίσει και ανησυχούσα...
ώσπου ξαφνικά, μπροστά στα μάτια μας, χωριό ωραιότατο, πλάκες από σχιστόλιθο, καλντερίμια με λιθόστρωτα, ο φούρνος ανοιχτός, ο κόσμος έξω, μια ομάδα διορθώνει το καμπαναριό της εκκλησίας, μια ορχήστρα παραδίπλα κάνει πρόβες το "αι γενεαι πάσαι" διότι ήταν πριν το Πάσχα, και τρέχουν όλοι και ξεφορτώνουν το φορτηγό, κάτι κατσίκια είχε κάτι κρασιά τους είχε φέρει.. ένα περίεργο μόνο... δε μιλάνε! τους ρωτάς, τους μιλάς, και δε σου μιλάνε...
"ρε συ!' του λέω... " τι ει ναι αυτό το μέρος που με έφερες εδώ?"
"κοίτα" μου λέει... "δεν ήθελα να στο πω εξ αρχής για να μη σε ανησυχήσω...το μέρος εδώ είναι μαγεμένο, αυτοί οι άνθρωποι εδώ όλο το χρόνο κοιμούνται κανονικά στα κρεβατάκια τους, και ξυπνάνε μόνο λίγο πριν από τις γιορτές. και τους βλέπεις πιάνουνε και επισκευάζουνε τους δρόμους, τις στέγες, κάνουν πρόβα τη χορωδία τους"
"τι λες ρε" του λέω. "και μετά?"
"ε μετά άμα ρθει η γιορτή δεν έχεις δει ωραιότερο πράμα! τραπέζια στρωμένα, κρασιά, αγάπη, φιλιά, τραγούδια, νταν νταν οι καμπάνες, πυροτεχνήματα, τα όργανα, ένα πράγμα καταπληκτικό".
"και μετά???" του λέω.
"ε μετά κοίταξε, σιγά σιγά τους πιάνει πάλι αυτή η νύστα, και παν και χώνονται πάλι στα κρεβατάκια τους κι αποκοιμιώνται."
"τι λε ρε" του λέω "ποιος είσαι εσύ? τι ρόλο παίζεις? δε σε καταλαβαίνω? "
"κοίταξε" λέει "εγώ περνάω από δω κι έχω το μάτι μου, μη ξεσκεπαστεί κανείς στον ύπνο του, μην αφήσαν καμιά βρύση ανοιχτή, μη πιάσουμε καμιά φωτιά... έλα άντε τώρα άστα λόγια ανέβα στο φορτηγό γιατί πρέπει να φτάσω στην Αθήνα, έχω να παραδώσω"
έχω καταπιεί τη γλώσσα μου. αλλά με τρώει. "ποιος είσαι άνθρωπε μου?" του λέω. "έχεις οικογένεια εσύ? έχει σπίτι? φίλους έχεις?"
"σπίτι μου είναι η εθνική οδός. η εθνική οδός και η οικογένειά μου. όσο για φίλους... μου κάνουν πολλοί οτοστόπ. εγώ όμως κάθε φορά επιλέγω ποιον θα πάρω. εσύ μου φάνηκες εξ αρχής συμπαθής. κι αν χρειαστείς τίποτα, στάσου εκεί στη ραψάνη που πουλάν το μούστο, μα σήμερα, μα αύριο, θα περάσω. άντε γεια σου τώρα και καλές γιορτές.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

ήταν ένας κότσυφας....

όχι όχι όχι.... δε φταίει τίποτα από αυτά...
φταίει που ο ήλιος ειναι κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα και ειναι που τα πρωινά είναι τωρα μουντά κια κρύα και είναι που η θάλασσα είναι μαύρη και τα βράδια του καλοκαιριού πολύ πίσω. είναι που οι εκφωνητές των ειδήσεων δεν αλλάζουν τόνο και έχουν φωνή ουδέτερη χρόνια εξασκημένη στην αναισθησία. ειναι που όσοι λεν τις διαφημίσεις στο ραδιόφωνο φαίνονται να τις πιστεύουν και ειναι που συνεχίζω να τρώω την μπριζόλα μου όταν ακούω για το βομβαρδισμό στο βόρειο πακιστάν. ειναι 2.5 εκατομμύρια παιδιά φορείς του aids και νιώθω ασφαλής που δε γνωρίζω κανέναν από αυτούς...
αλλά ειναι και που χαμογελάω πλατιά όταν ακούω το σαββόπουλο να λέει: "ήταν ένας κότσυφας που τον λέγαν σταύρο..." και ας είναι κρύος όσο θέλει ο χειμώνας!
τσίου!

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

στους βαρβάρους



το σκοταδι που απλωνει μεσα σου
η βροχή σου ουρλιάζει σα θηρίο
πολεμάς να πλυνεις τον κόσμο σου
αρχίζεις να γυρίζεις στο δωματιο τοίχο τοίχο
κι η μοναξιά που σαπίζει το πάτωμα
τα χρώματα γύρω σου ανοστα
δε φταις εσύ
το ξερεις ειναι επικίνδυνα τα ταξίδια σε αλλους κόσμους
κι μισή ζωή σου που εμεινε εκει θρηνει για την εδώ ζώ

περιμενατε κάποτε
περιμενατε πολύ
τους βαρβαρους να ερθουν να φέρουν μια λύση

τα μακρινα ταξίδια μακραίνουν πιο πολύ
κι ο κόσμος γύρω σου βουλιάζει
ο θαλασσες απλώνονται πιο απέραντες απο ποτέ
και το λιγο σου πιο λιγο ακομα
το τερας της πολης σου τρωει τα παιδιά του
κι η μουχλα της πόλης
αυτη η θαμπή κρυμμενη στην ομίχλη μουχλα
τα φαντασματα της πόλης που στοιχειώνουν τις γωνιες

ελεγες παλιά πως η βροχη ξεπλενει την πολη

κι ο ήλιος κρυμμενος εδώ και μερες

περιμένατε καιρο να ρθουν οι βάρβαροι
να φέρουν μια λύση
κι όσο περιμένατε το σκοτάδι σας μεγάλωνε να φαει τον κόσμο

γεμίσαν οι πλατείες αποτσίγαρα
καταραμένοι εδώ στο αιώνιο περίμενε
μισοι στη ζωή μισοί στο θάνατο

το ξέρω μου το χες πει και το βλέπω ξανα
σου λείπει το άγριο χορτάρι
και ο αγριος αέρας
σου λείπουν τα ψηλά βουνα
κι η ζεστασιά στο σπίτι
σου λείπουν οι τόποι που ήθελες να πας
και το κάλεσμα τους σιγεί όσο πάει


κοιτα γύρω σου.
οι βάρβαροι έχουν έρθει
οι βάρβαροι είναι εδώ
και το βλέπεις καθαρά τώρα
πως οι βάρβαροι μαζί τους δεν έφεραν καμία λύση

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

με τον Μπομπ Ντυλαν pt2


καινούριο το σπίτι. συμμαζεμένο μεχρι τελικής πτώσεως και ακρου εκνευρισμού. η εξεταστική πίσω μου πια, μαθήματα με βαθμό, ξενύχτια, βιταμίνες, ψύξεις, ασπιρίνες, καφέδες στις 3 το πρωί, φύγε ύπνε φύγε μακριά. μαστορέματα, κατασκευές, διάβασμα πάντα με τον μπομπ ντύλαν. κρύο τσάι και πολλά τσιγάρα, μια κιθάρα αφημένη στη μοίρα της εδώ και καιρό με τη ρε να λείπει. sinner man και ikariam, dream on και battle, κρασάκι αυτές τις πρώτες ζεστές μέρες του σεπτέμβρη, φαί σπιτικό, επίδεσμοι και νεύρα. ουζερί ο μερακλής στο βαθος κήπος και η σκόνη είναι ο χειρότερος εχθρός. - ballad of a thin man
μεσημέρι και πάλι. του σεπτέμβρη αυτή τη φορά. του ζεστού σεπτέμβρη. με ένα όμορφο καλοκαίρι στην πλάτη μας. με όμορφα ταξίδια και όμορφες πλάκες. και μια καινούρια χρονιά μπροστά μας για την οποία τα δικά μου άστρα λένε: πολύ δουλειά. γερά πόδια και πολύ τρέξιμο. πολύ γράψιμο. και λίγο πριν αρχίσουν τα φύλλα να πέφτουν (it ain't me babe) καταλαβαίνεις πως αυτό που θέλεις είναι τα απλά πράγματα.
όχι άλλα μπερδέματα όχι άλλα τρεχάματα όχι άλλοι μπελάδες όχι άλλα καμμενα δάση. η γη γυρνάει γρήγορα. κι αν το αγνοήσεις σου πατάει ένα ξαφνικό κουνημα σαν σεισμό ένα πράγμα και στο θυμίζει για τα καλα. τι? ότι το μόνο που έχεις είναι αυτό που κουβαλάς στην πλάτη σου. τους φίλους σου, τα ταξίδια σου, τα γέλια σου, τις χαρές σου, τις δυσκολίες σου, τη μουσική της κιθάρας σου, τα βιβλία σου, τις ιστορίες σου, τα χαμόγελά σου, τα δάκρυά σου, την εκτίμηση των άλλων, το σεβασμό τους, τα καλοκαίρια σου και τα μεράκια σου, τα καλοκαιρινά μεσημέρια σου, τα ψηλά βουνά σου, τα ζεστά ποτά σου και τελειωμένα σου τσιγάρα και πάντα... τον Μπομπ Ντύλαν!
πάμε για νέα σεζόν χωρίς μυαλό αλλά με πόδια γερά και κεφάλι πάνω στα σύννεφα.
rpt: τσίου!

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

the mean reds κ χαρταετοί

είναι άσχετο αλλά σκέφτηκα να σας το πω. κυρίως για να φτιάξει το κέφι μου.
τις κακές τις μέρες αυτές που έχεις έναν κόμπο στο λαιμό, αυτές που αναλώνονται με το να βλέπεις παλιές σειρές, αυτές που φοβάσαι και δεν ξέρεις γιατί, αυτές που ανησυχείς για το μέλλον και τρέμεις το παρελθόν, αυτές που είσαι τόσο κουρασμένος για να κάνεις οτιδήποτε ακόμη και να βγεις απο τις μπυζάμες, τις meen red days που λέει κ η holly golightly, αυτές τι μέρες λοιπόν ανακάλυψα ότι το μόνο που μπορεί να με κάνει να χαμογελάσω είναι:
ένα τραγούδι του θοδωράκη
ζεστό τσάι (ναι ρε καλοκαιριάτικα!)
ασπρόμαυρη ταινία
μαλακτικό για τα μαλλιά
παγωτό βανίλια
και ασπρο γλυκό κρασί μόνο σε ψηλό ποτήρι
και οι διακριτικές σχέσεις του δευτερου τις κυριακές τα βράδυα...
όχι όλα μαζί
ένα ένα.
και δε φταίω εγώ. οι κακές μέρες πρέπει να κάνουν τον κύκλο τους. αχ!!
ας όψονται οι κακοήθεις που έυχονται καλό χειμώνα και οι βιτρίνες που βγάλαν τα μάλλινα και ο αέρας που φυσάει και θέλεις κ σεντόνι τα βράδια...
ε τι να κάνω κι εγώ?
υπομονή, διάβασμα, θοδωράκης ε άντε κ σε λίγο θα δούμε και τα φύλλα να πέφτουν.
φιλιά!

Σάββατο 26 Ιουλίου 2008

ο βασιλιάς




έλα λευκό μου σύννεφο και γίνε προσκεφάλι
για το παιδί το χνουδαλό που ο ύπνος το χει πάρει.



ένας άνθρωπος που θέλει να ζήσει μακριά από κάγκελα, μακριά από μίση, να ζήσει ήσυχα, να ζήσει όμορφα, απλά. δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο από τον εαυτό του για να ζήσει. διορθώνει ένα έρημο σπίτι, διορθώνει ένα παλιό ποδήλατο, ένα σπασμένο γεφύρι. διορθώνει τη ζωή του, τα λάθη του. διορθώνει ότι σπασμένο βρει χωρίς να του ζητηθεί.

δεν αποζητά τη συμπάθεια κανενός, δεν έχει ανάγκη τα δικά τους χαμόγελα, δε νιώθει την ανάγκη να συστηθεί σε κανέναν. το ξέρει όμως κι αυτός ότι ζει σε μια κοινωνία έτοιμη να σμίξει καχύποπτα φρύδια , έτοιμη να φοβηθεί, έτοιμη να μισήσει, έτοιμη να τσακίσει κόκκαλα.

βλέπει την εχθρότητα μπροστά του από την πρώτη κιόλας στιγμή. αλλά και πάλι δε θα χρησιμοποιήσει καμιά διπλωματία, δε θα πάρει κανένα με το μέρος του, δε θα ζητήσει την ψεύτικη συμπάθεια κανενός.

όσο αυτός δε ζητά τίποτα τόσο οι άλλοι ζητούν εξηγήσεις. όσο αυτός δε σκύβει, τόσο τον πιέζουν προς το χώμα κάτω.

ένας ανθρωπος, ένας αναπτήρας μπικ, ένα άγριο ζώο, ένας χριστός, ένας άνθρωπος που δεν περιορίζεται από όσα κάγκελα γύρω του, γιατι μέσα στην ψυχή τη δική του δεν υπάρχουν κάγκελα.
όχι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι επαναστάτης. δεν επαναστατεί, δε θέλει να αλλάξει τον κόσμο. θέλει να ζήσει μέσα σε αυτόν με το δικό του τρόπο. με τους δικούς του νόμους.
δεν είναι επαναστάτης. γιατί το όνομα Του επαναστάτη το έχει πάρει ένας έμπορος ναρκωτικών.

ο τελευταίος λύκος πέθανε, κι όταν τον σκότωσαν, γύριζαν το πτώμα του, επιδεικνύοντας τη νίκη τους και γιορτάζοντας το θρίαμβο τους, ήσυχοι, ξέγνοιαστοι, ασφαλείς στα σπίτια τους, με κατοχυρωμένα τα μικροεγκλήματά τους, τις μικροκομπίνες τους, τα μικροκέρδη τους, τη μικροπρέπειά τους.

όλα τα πιόνια στο σκάκι θέλουν να στριμώξουν το βασιλιά. να τον στριμώξουν τόσο πολύ ώστε να μην μπορεί να κινηθεί όταν έρθει η σειρά του. αλλά είναι ξύλινα πιόνια όλα τους. αυτός ο βασιλιάς, είναι ενας αναπτήρας και αυτή είναι η αμαρτία του, και αυτή είναι η κατάρα του.

ο χριστός πέθανε ξανά, σταυρωμένος από γραμματείς και φαρισαίους, προδωμένος τρεις φορές, σταυρωμένος με τη δική του συνέναιση, καταραμένος από τη διαφορετικότητά του, αγιασμένος από τις προθέσεις του. και αδικημένος περισσότερο γιατί είχε κερδίσει χωρίς να το θέλει τη συμπάθεια ανθρώπων λίγων, μόνο που αυτή δεν ήταν τόσο δυνατή για να τους κάνει να πολεμήσουν για αυτόν.

σκοτώσατε τον τελευταίο λύκο, σταυρώσατε το χριστό ξανά, γκρεμίσατε τη ζωή ενός ανθρώπου που ξεκίνησε να τη στήνει ξανά σιγανά και ταπεινά. και ο τελευταίος αναπτήρας αποφάσισε πριν φύγει να αφήσει στη θέση του έναν άλλο ξύλινο βασιλιά. έναν βασιλιά με τον οποίο θα μπορούσατε να παίξετε την παρτίδα σας χωρίς μικροενοχλήσεις.


γιατί? ναι ρωτώ γιατί. και δεν πρόκειται να πάρω απάντηση από κανέναν. ούτε εσείς ξέρετε τι φοβούνται οι κότες στο κοτέτσι σας και γιατί μισούν. (γελοίο δεν ακούγεται ε? μια κότα που μισεί? ή πολλές κότες που μισούν?χιχιχι)

μια ταινία κολοσσός. μια ταινία πελώρια. μια ταινία που θάφτηκε. μια ταινία που μίλησε. και αυτή είναι μια ελληνική ταινία που δεν είναι κωμωδία δε δείχνει σεξ δεν παίζουν φίρμες και δεν έχει μέσα διαφημίσεις της βονταφον. ναι ρε που είστε και σοφοί και δε βλέπετε ελληνικές γιατί είναι μάπες. βγαίνουν και τέτοιες. και να τη δείτε πάλι θα τη θάψετε. γιατί? τα λέει ο γραμματικός καλύτερα.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

η σκηνή και η βαλίτσα




για να δούμε τι έχουμε... έχουμε ενα ποσείδι γεμάτο με κόσμο. μέχρι τα μπούνια γεμάτο. εχουμε ένα τσαντίρι με σκηνές και γύρω γύρω πετσέτες που πέφτουν από πάνω τις μπύρες το πιο αρχαίο αμυντικό σύστημα, έχουμε τσάνταλη πολύ τσάνταλη έχουμε ήσυχα βράδια με κιθάρα με καρπούζι με ταμπάσκο και με τσάνταλη... έχουμε βραδινά μπάνια στο φάρο, έχουμε καινούρια πρόσωπα καινούριους παίχτες, έχουμε ένα φαξ μια ανυπαρκτη τράπεζα, μπολικα οτοστόπ, πολλή ζέστη, πολλούς καφέδες, έχουμε ένα ψυγείο χωρίς πάγο και με πολλή μούχλα προς το τέλος, έχουμε κιθαρίτσες έχουμε τζουράδες, αλά σαίντ τζουρά, πολλά καινούρια τραγούδια, μπαλάκια βόνταφον που πεφτουν παντού, καφέδες στόχοι μπάλας, καφέδες που πέφτουν, που γκρεμίζουν, που λερώνουν και σπάνε νεύρα. έχουμε μανσέτες με τη μελωδία της ευτυχίας, έναν εκατόνταρχο, κάποια μεγάλα δόντια, έχουμε μπατσους γουρούνια δολοφόνους, ζαρτινιέρες με ρίμα ή χωρίς, έχουμε καρτα μασσούτη, έχουμε τ' ανάθεμα τον αίτιο, έχουμε ίντριγκες και σπάσιμο νεύρων έχουμε άσχετους, ανθρώπους που μας βρίζουν και μας κοιτάν σαν να είμαστε από άλλο πλανήτη. έχουμε μακαρόνι με κέτσαπ στην τιμή των 3.5€ έχουμε ένα στερεοφωνικό που δε συμπαθεί τη μάρθα, έχουμε καταψυξη... μπόλικη κατάψυξη. έχουμε καρπουζοχυμό με πολύ ταμπάσκο, έχουμε κουμπα λιμπρε απο το οποίο πάντα κάτι λείπει, εχουμε ουζερί ο μερακλής στο βάθος κήπος, έχουμε δωμάτιο στο αμστερνταμ και όλοι ντιρλιντίν όλοι μαζί, έχουμε επαγγελματικό κούρδισμα, νέες αφίξεις, αστραπές και βροντές και μια υποψία βροχής, αλλά πολύ πανικό, έχουμε δαπάκια βουτηγμένα στην καγκουριά. και προς το τέλος έχουμε έναν οδηγό λεωφορίου με νεύρα πολλά νεύρα, 4 πανικόβλητους πίσω από το λεωφορείο που φεύγει με τα πράγματά τους, και δύο υστερικές μέσα στο λεωφορείο. αυτά λοιπόν για το ποσείδι, κι αυτά είναι μόνο η αρχή...
απο λεωφορείο σε νέα μουδανιά κι από κει σε νικήτη. με ζέστη, με καύσωνα με αφόρητη ασφαλτο, και μια απροσανατόλιστη που δε θυμάται που είναι το σπίτι της. έχουμε ντουζιέρες που δεν έχουν νερό έναν καημένο που ξέμεινε με τις σαπουνάδες, μπανιο στα μπεκ, σουβλάκια στη σχάρα με μίκη, έχουμε ζογκλερικά και το τσίρκο της βιτάλη, έχουμε σφίγγες πολλές σφίγγες, έχουμε ξαπλώστρες, τις μπύρες του σωφρώνη, ένα κοινό ταμείο, εχουμε μια ξεσκισμένη ομπρέλα τρία ποδήλατα και 3 χαλασμένες ρόδες, έχουμε τεράστιες παραγγελίες με σουβλάκι, έχουμε γλιστρίδες με μέλι, έχουμε τζιν εδώ πανω στο τραπέζι, έχουμε και ένα γείτονα χοντρό που του αρέσει το μπάσκετ. έχουμε ένα σπίτι που βογκάει, έχουμε μαλλιά και πάλι άλουστα, έχουμε μπάνιο με στρώμα θαλάσσης, έχουμε και μπύρες σωφρώνη μαζί με τα λουκάνικα, έχουμε ενα οδοιπορικο στο μασούτη, μία σκισμένη σαγιονάρα, ένα καρότσι μέχρι πάνω, στο δρόμο στην ανηφορα, ένα ποδήλατο πάνω στο καρότσι εκτός των άλλων, έχουμε και μία πτώση με ποδήλατο, έχουμε αλκίνοο και χορό σε καρέκλες.. έχουμε και μια καλή φωφώ να μας πηγαινοφέρνει... κάπου εδώ τελειώνει κ η νικήτη. αλλά εχει ακόμα.
απο μουδανιά θεσσαλονίκη κι από κει καθένας σπίτι του για μπανάκι. 3 φορές στην μπανιέρα σε 12 ώρες... αυτό είναι. μόνο ένα καημένο βιβούλι είπε να έρθει να δούμε υπέροχα πλάσματα... πρωί πρωί οι αφίξεις. όλοι από δω. το σπίτι και πάλι σκατα. έρχονται από παντού, από τον οτέ, από την κρήτη, από την αθήνα. και ετοιμάζονται. με σκηνές και πάλι, με σλίπινγκ μπαγκ και πάλι. με ετοιμότητα και έλλειψη ταξί. έχουμε κτελ με νέες ξανά συναντήσεις αλλά χωρίς λεωφορεία. εχουμε ζητιανιά και ελεημοσύνη στα κτελ με δύο κιθάρες και μία μαράκα. έχουμε ταξίδι για πτολεμαίδα κι από κει για βλάστη με μεγάλη τύχη... εχουμε κι άλλο κόσμο. έχουμε ένα φορτηγάκι που μας πούλησε, μια ανηφόρα τεράστια και 5 αμάξια για να μας μαζεύουν, έχουμε σκηνές για στήσιμο στο σκοτάδι με πολλά νεύρα, έχουμε κατέβασμα από το μονοπάτι και φωνές πολλές φωνές, δοξαστικό περπάτημα στο λιβάδι και danger!! έχουμε χαίνιδες στα καλύτερά τους,εχουμε ένα κλεμμένο τσαντάκι μια κλεμμένη φωτογραφική χωρια όλα τα άλλα. έχουμε παντιγέρα, εχουμε γράπα, έχουμε ξενύχτι στο κάμπιγκ με παιδιά καλά παιδιά και πολλά τσιγάρα και πολλά τραγούδια άγνωστα και πάλι. έχουμε κρύο και ξύπνημα το πρωί για καφέ κι αυτό με το ζόρι. έχουμε φαί και ποτό και σκαρφάλωμα στα δέντρα έχουμε τα τούμπανα του βασιλάτου πριν την γκάιντα όλα αυτά. έχουμε καφέ και λουκουμάδες άθλιους και απαισιους ένα παπαγάλο που εξαφανίστηκε, έχουμε και μία ροδή με τσαμπουκά πολύ, έχουμε φωτεινή βελεσιώτου στα καλύτερά της, έχουμε και παιδιά με κιθάρες έχουμε μεταλ συγκρότημα από τη βουλγαρία έχουμε χτύπηματα στο πλήθος και πανικό πολύ... έχουμε ξενέρωμα και ύπνο, έχουμε όμως σιδηρόπουλο σαξόφωνα μέχρι τις 6. έχουμε αφίξεις από manu chao έχουμε ελλειψη σκηνών αλλα δύο αιώρες... έχουμε καφέ και λιώσιμο πολύ πολύ πολύ έχουμε ξυλοπόδαρα, εχουμε όμως ethno jazz apo moldova έχουμε marco malcovic και για το τέλος έχουμε έναν καταπληκτικό χαρούλι μέχρι τις 4. έχουμε ανέβασμα στο κάμπιγκ με καλούς ανθρώπους με αυτοκίνητα, έχουμε μια σαπφώ που μας έστησε κ έναν νώντα που εμεινε να κοιτάει το χαρτάκι. έχουμε ποτηράκια που σπρώχνουμε στη μοναδική τιμη... έχουμε άλλο ένα αφόρητο ξύπνημα, και ένα υποτιπώδες μπάνιο, έχουμε τρεις κιτς ρουμάνες που τραγουδάνε ποπ, έχουμε ένα τραπεζάκι με παπαστράτο και τσάνταλη, έχουμε 3 κεφάλια φτιαγμένα, έχουμε κιθάρα μεχρι το ξημέρωμα και ακόμα παραπάνω, έχουμε ζωώδη ένστικτα και σκηνές για φτιάξιμο, έχουμε πράγματα για μάζεμα και μια καρότσα ντάτσουν να μας κατεβάσει στο χωριο...
εχουμε πλάκα πολλή και το καλοκαίρι ακόμα μπροστά είναι....
φιλιά σε όλους και ακούω ιδέες για τα επόμενα
κι ακόμη χειρότερα...

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

φωτογραφιες του δρομου

είναι ένα μικρό δείγμα της δουλειάς που παιδεύτηκα πολύ να κάνω.
θα ήθελα να ακούσω τα σχόλιά σας. --- με μια δόση επιοίκειας, αν μου επιτρέπεται να ζητήσω κάτι τέτοιο....:-)





"εδώ πάνω από το κύμα
θα αφήσουμε τον έρωτα το δικό
μας να αγιάσει και να γίνει και καταραμένος
πάνω στην ευλογία της θάλασσας και πάνω στη δική της αρμύρα
κι ας είναι η στεριά μακριά ακόμη
κι ας είναι ο ήλιος να βυθιστεί μεσα στα σπλάχνα της μάνας του
εμείς αγάπη μου ας μείνουμε εδώ
και ας προσευχόμαστε
να αργήσει ο αέρας που μας γυρίσει σε λιμάνι"







"χρόνια εδώ μένω και κοιτάω
αγγίζω με τα κύμματά μου τις ζωές σας
και προσπαθώ αιώνες τώρα να ζεστάνω
τη δικιά μου την καρδιά την κρύα
από τις δικές σας.
μη με μαλώνεις κόλια μου
που τράβηξα τις ζωές σας μέσα στα σπλάχνα μου
ήταν η δική μου η απόφαση της πίκρας
εσύ την ξέρεις τη δική μου τη μοίρα καλύτερα από όλους
γιατί εμένα αγάπησες
και την κατάρα που σου έδωσα
την έκανες τραγούδι"








"αυτή η πόλη η χτισμένη
πάνω από τους άλλους ανθρώπους
αυτή που τη μακαρισαν και την είπαν νεφελοκοκυγία
είναι η πόλη των γερανών.
κι εκεί θα σε βάλω να κοιμηθείς
στο θεό δεν μπορώ να σε δώσω
γιατί θα μου λείψεις
μα αν μείνεις εδώ μαζί μου στο χώμα των θνητών
θα σου λείπει η αύρα των συννέφων"








"πίσω από το δίχτυ φοβάμαι
πως θα βλέπω τα δικά σου καλοκαίρια
μα πιο πολύ φοβάμαι
μήπως τα δικά μου καλοκαίρια
μείνουν μαζί με τα δικά σου
κι αυτά πισω από το δίχτυ
και μείνω εδώ να τα κοιτάω
να με αφήνουν και να φεύγουν μαζί σου"







"κάθε δάκρυ δικό μου θα το σβήσει ο δρόμος
κάθε δάκρυ δικό σου θα το κουβαλάω για πάντα μαζί μου
μόνο φοβάμαι μην απο λάθος δικό μου
κουβαλάω όλη σου τη θλίψη
και πιο πολύ φοβάμαι μην είναι βαριά πολύ
για τους δικούς μου ώμους."







"το δρόμο που αφήνω πίσω μου δε θα το μετρήσω
δε θα τον ξεχάσω
δε θα τον προδώσω
και στην ασφαλτο που κλαίει
τ' ορκίζομαι πως κάθε βήμα δικό μου θα πηγαίνει μπροστά
ούτε πιο μακριά από σενα ούτε και πιο κοντά σου
κι αν σταματήσεις να πηγαίνεις στο δρόμο αυτό
θα σε φιλησω θα σε χαιρετήσω και θα σε αγαπώ πάντα"







"θα σε κρατάω από τώρα και για πάντα,
σε κάθε βήμα θα είμαι εκει,
στο πρώτο και στο τελευταίο
δε σου ζητάω να με κοιτάς,
δε σου ζητάω να με αγαπάς
σου ζητάω να με αφήνεις να προσέχω μην πέσεις"






για τα χρόνια που φύγαν δεν μπορώ να μιλήσω
μιλάει το πρόσωπό μου για μένα
τις λέξεις που περιμένεις να σου πω
δε θα τις ακούεις από μένα
γιατι η πέτρα πάνω μου είναι βαριά
δεν έχω πια όνομα
δεν έχω πια φύλο
αν ψάξω βαθιά μπορεί να βρώ ακόμη μια ελπιδα
κι εσύ μπορεί να πιστεύεις πως δεν την αξίζω
γι' αυτό απαξιώ να ψάξω ακόμη






πίσω από το δέντρο θα κρύψω
όσα δε θέλω να ξέρεις
εκεί θα αφήσω τα μικρά μου μυστικά
και οταν μια μέρα τα ξεχάσω
θα εύχομαι το δέντρο να τα τραγουδήσει
στο δικό σου το μυστικό σου φύσημα








"αυτόν τον κόσμο τον αρνήθηκα
πριν με αρνηθεί εκείνος
για αυτό δε ζω πια μαζί σας κι ας με κοιτάτε να περνώ
ομως να ξέρεις πως κάθε φορά που ακουμπάω το χέρι μου στη γη
αφήνω μια ευχη, μια ευλογία, για σένα που έμεινες"






Ειναι σπάνιο και είναι γλυκό
αλλα αυτό που έχουμε θέλουν να το πνίξουν σε κάδο ανακύκλωσης
για αυτό και εγώ με πίκρα φόβο και παράπονο
λυπάμαι, μα πως να σ' αγαπήσω"






"ο κόσμος αυτός είναι δικός σας
εμένα δε μου πάει πια
ψάχνω χρόνια το κουράγιο για να φύγω
μα τα πόδια μου έχουν ριζώσει πολύ βαθιά στην πίκρα σας
και για αυτό πια δε ζω, παρα μόνο υπάρχω ανάμεσά σας"








"πιο κοντά στην κόλαση από όλους σας
και στο θεό μου δίπλα
κι όταν η άσφαλτος θα καιει
το χώμα που πατάς εγώ θα το αγαπώ
μάταια και κουρασμένα
πικρά κι ανάλγητα
όπως μπορώ και όπως μου πρέπει"





"χρόνια μετά όταν η ελπίδα έχει πιάσει μούχλα
το μόνο που θα μείνει θα είναι το δικό μου είδωλο
στην αφίσα σας πάνω από τον che.
κι αν αυτός το δεχτεί κι αν εγώ δεν μπορώ να κατέβω απο κει
βλέπε με μονάχα μέσα από τον καθρέφτη
γιατί τα μάτια σας δεν μπορούν να αντέξουν την ανάσα μου
και θα περιμένω να μου μοιάσεις λίγο μονάχα
κι αν έχεις λίγη αξιοσύνη
και τον καθρέφτη να τον σπάσεις"




"ότι θα μείνει μετά από μένα μην τα πετάξεις.
αστα να μουχλιάσουν να τα δουν τα παιδιά σου έτσι σάπια
να τα αγαπήσουν πιο πολύ από μένα κι από σενα
γιατί την εποχή μου μουχλιασμένη πια
μόνο έτσι μπορείς να την κάνεις θρύλο κι όνειρο"






"όσα χαράματα κι αν με προλάβουν
πάλι θα περιμένω να ξημερώσει για σένα
πάντα θα σε περιμένω την αυγή
εκει στο σύνορο της μέρας
που μόνο εκεί υπάρχει τόπος για σένα και για μένα"






"με τα δικά μου τα φτερά θα σκιάσω την ευρώπη ολη
γιατί όταν μετράω τη δική μου δύναμη
η γη είναι μικρή
και το θράσος της νιότης μου μου επιβάλλει να πετάξω
ψηλα και μακριά
εύχομαι μονάχα όταν θα με κοιτάς
η ψυχή σου να γελάει και να φτερουγίζει μαζί μου"






"μη μου ζητάς να σου δείξω τα δικά μου τα γραμμένα
γιατί αν η ψυχή κάθε ανρθώπου βρίσκεται στην καρδιά του
η δικιά μου ξεριζώθηκε μαζί με τη δική μου την καρδιά
και είναι πια σε αρμαρι κλειδωμένο.
κι ειναι νωρίς ακόμη
είναι νωρίς αγάπη μου να ανοίξω ξανα αυτό το αρμάρι
δεν έχουν ωριμάσει τα τέρατα
και τα φαντάσματα τα δικά μου γυρνάν ακομη γύρω μου
περιμένοντας να βγάλω το κλειδί το μυστικό από τον κόρφο μου.
και μη μου θυμώνεις μάτια μου
που δε σου δίνω τα γραμμένα μου
γιατί εσένα σε θέλω στο φως της μέρας
στου καλοκαιριού τη ζέστη
και δε σου αξίζει το λυκόφως
που οι σκιές μεγαλώνουν"

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

το τραγούδι της βροχής

ααα το τραγούδι της βροχής
όταν θα μαι θυμηθείς
θα το λέει το νερό στο χώμα
ααα κι όσο η νύχτα ξαγρυπνά
εγώ στο πλάι σου ξανά
όταν ξυπνήσεις θα μαι

πες πως με μαγέψαν τα ξωτικά
σε χρυσό κλουβί με κλείσαν
πες στη βροχή πως μια φορά
τα μάτια σου πως μ'αγαπήσαν

ααα θα ρθουν μάγοι απ'τα βουνά
με τα δικά μας δειληνά
μα πως να ζεσταθεί το αίμα
α και μη δακρύζεις τώρα πια
θα μαι κάπου εδώ κοντά
κι ας έχω πια για πάντα φύγει

καλή σου νύχτα όπου πας
δεν πειράζει να με ξεχνάς
πόσο δυνατά κυλάει το αίμα
μα αν ειν'το φεγγάρι βροχερό
προτού χαθώ με τον καιρό
θα θελα να με θυμάσαι...

είναι δικό μου... μελωποιημένο... γιώργο θα ρθω σπίτι σου για ηχογράφηση..
φιλιά σε όλους!!!

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

το Κατι

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΑΝΕΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ

είναι όλοι φοιτητές, όλοι έχουν τις σχολές τους, όλοι πληρώνουν το νοίκι τους, όλοι έχουν εξεταστική και σφαδάζουν κάθε Φλεβάρη-Ιούνιο-Σεπτέμβριο, όλοι πίνουν κρασί με παρέα τα βράδια, πολλοί ίσως έχουν κάποια δουλειά για παρά πάνω χαρτζιλίκι, αλλά το ξεχωριστό είναι ότι αγαπάνε το θέατρο. αυτό βέβαια δεν είναι το κατόρθωμα. το να ασχοληθείς με το θέατρο θέλει να προσπαθείς, να αγαπάς, να αφοσιώνεσαι, να εκτίθεσαι και να μη φοβάσαι. κι αν τα καταφέρεις όλα αυτά, αν τα χωρέσεις στην καθημερινότητά σου και στο τέλος μπορέσεις να ανεβείς πάνω σε μια σκηνή ενώ 600 μάτια σε καρφώνουν, κι εσύ στέκεσαι εκεί με το στομάχι στην πατούσα, τότε έχεις καταφέρει Κάτι.
το αξιοσημείωτο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς που ασχολούνται με το ερασιτεχνικό θέατρο, δεν αποσκοπούν ούτε στην επαγγελματική καταξίωση στο χώρο, ούτε στην αναγνώριση του τύπου, ούτε σε χρηματικές απολαβές. μπορεί να νομίζει κανείς ότι είναι εκεί για την πλάκα ή για την παρέα, για το κρασί μετά την πρόβα ή ακόμα και για το «ίματζ του θεατρόφιλου». όμως χρειάζεται τόση δουλειά, τόσο τρέξιμο και αφοσίωση, που ακόμη κι αν είναι διασκεδαστικό, δεν είναι για πλάκα.
μπορεί οι ερμηνείες τους να είναι μέτριες πολλές φορές, μπορεί να φαίνεται η έλλειψη επαγγελματικής οργάνωσης και τεχνικής, μπορεί τα σκηνικά να είναι μισά και η σκηνοθεσία να είναι μέτρια.
αλλά από ένα σημείο και μετά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. γιατί αυτό που βλέπεις πάνω στη σκηνή είναι άνθρωποι που αγαπούν αυτό που κάνουν, τιμούν την προσπάθειά τους, έχουν νέες ιδέες και τολμούν να εκφράσουν αυτό που έχουν μέσα τους.
και στην κατάσταση που βρισκόμαστε, όταν οι άνθρωποι φοβούνται να ονειρευτούν, φοβούνται να μάθουν, φοβούνται να σκεφτούν, όταν παιδιά 18 χρονών αποφασίζουν τη ζωή τους με βάση το χρήμα και αποζητούν μια θεσούλα και μια σύνταξη στα 45, τότε αυτοί οι άνθρωποι πάνω στη σκηνή κάνουν κάτι παρά πάνω από θέατρο. κάνουν το Κάτι.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

με τον Μπομπ Ντύλαν pt1


μεσημέρι του μάη με τον Μπομπ Ντύλαν στα γουφεράκια, τους γείτονες άυπνους για μέρες, λόγω του Ντύλαν και του Μόρισον, οι λογαριασμοί πάνω στο γραφείο να με κοιτάν με μισό μάτι, η σκόνη στο πάτωμα χορεύει και τα πούπουλα στροβιλίζονται χαρούμενα, κουτιά κοκα κόλας και αμιτα μόσιον, κουτιά από τσιγάρα, φωτογραφίες, ξεραμένο γιασεμί, μισή τυρόπιτα, κουκούτσια από κεράσι, το ένθετο για το μάη του 68, το τηλέφωνο χτυπάει σε ήχους ρέγκε τώρα, και το σταθερό σε ήχους παραδοσιακής βεδουίνικης μουσικής υπνωτισμού κόμπρας, (άγγελε θα σε δείρω έλα να αλλάξεις τον ήχο), το utorrent κατεβάζει και αγκομαχά, τα παπλώματα είναι πια στο πάνω μερος της ντουλάπας, μαζί με τα μάλλινα, που θα ξανακατέβουν γιατί το καλοκαίρι πάλι τα βουνά θα με φάνε, μόνο σεντονάκια πια, άντε και καμιά κουβερτούλα, στο μπαλκόνι δεν ακούγεται άχνα, μόνο τα περιστέρια που με αγαπάνε πολύ πια, μιας και πάντα θα βρουν τροφή στην κουζίνα, το κυκλάμινο ποτίζεται τακτικά και φουντώνει, ίσως βγάλει και λουλουδάκια, ποτέ δεν ξέρεις, μια μακέτα στο πάτωμα περιμένει και περιμένει και περιμένει, κάτι θα γίνει και μ' αυτήν, ο Μπομπ Ντύλαν παίζει και παίζει κι όταν δεν τραγουδάει φυσάει τη φυσαρμόνικα, καινούρια καδράκια στον τοίχο, the times are changing, ένα πάκο περιοδικά ύψους 37 εκ. how does it feel, στο μσν συνδεδεμένοι όλοι εμείς οι αργόσχολοι, φιλιά στους φίλους που είναι μακριά και καλή επιτυχία σε όσους παίζουν στο φεστιβάλ θεάτρου.

όλα όμορφα πλέον την άνοιξη και το σπίτι προφανώς θέλει συμμαζεμα
τσίου!!!

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

ο φίλος, ο φίλος κι ο φίλος


έχω ένα φίλο χ που μου γνώρισε ένα φίλο ψ που έχει έναν άλλο φίλο τ.
ο χ είναι απίστευτος. γελάω πολύ μαζί του και γελάει κι αυτός γιατί νομίζει ότι είναι τρελή. ο ψ είναι απίστευτος. γελάω πολύ μαζί του και γελάει και αυτός από μέσα του γιατί νομίζει ότι ζω σε άλλη πραγματικότητα. τον φίλο τ δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ. αλλά έχω ακούσει πολλά για αυτόν. και νομίζω ότι είναι απίστευτος. αν έχει ακούσει κι αυτός τίποτα για μένα θα νομίζει ότι είμαι τρελή και ότι ζω σε άλλη πραγματικότητα. αρα θα γελάσουμε.
ορθός συλλογισμός.
το θέμα είναι ότι επειδή χ και ψ νομίζουν ότι είμαι ή τρελή ή ζω σε άλλη πραγματικότητα προσπαθούν να με επαναφέρουν στη σωστή πραγματικότητα και να μου ανοίξουν τα μάτια βγάζοντας με απο τις ψευδαισθήσεις μου.
έτσι ακούω πολλές διάφορες ιστορίες για άλλους φίλους της αλφαβήτου συμπεριλαμβανομένων και των χ και ψ. είναι τρία παιδια σε εύρος ηλικίας 16-20 τα οποία από νωρίς γνώρισαν τη σκληρότητα του κόσμου που εγώ δε γνώρισα. όχι άμεσα τουλάχιστον. αυτό φυσικά επιβεβαιώνει τις θεωρίες τους περί τρέλας και αλτερνατιβ πραγματικότητας, χωρίς να έχω καμία ευθύνη. πώς μπορούν να με πειράζουν τα πράγματα που δε γνώρισα? έτσι λοιπόν αφήνομαι στις δικές τους ιστορίες για καθοδήγηση.

ο φίλος χ είναι ομοφυλόφιλος όπως και ο φίλος ψ όπως και ο φίλος τ.
οι χ και ψ που γνωρίζω είναι κορυφαία άτομα. κατάλληλα για συζήτηση, για γέλιο, για πλάκες αλλά το κυριότερο αν και μικρότεροι σε ηλικία από μενα δεν έχουν τα κόμπλεξ και τα δικά μου κολλήματα ούτε κανενός που γνωρίζω. είναι από τα πιο ώριμα άτομα που ξέρω, είναι από τα πιο γενναία άτομα που ξέρω και από τα πιο καλόψυχα.
ίσως οι συνθήκες στις οποίες έζησαν να τα γαλούχησαν με αυτά τα χαρίσματα.

άκουσα ιστορίες για βία για πνευματική φτώχια για απόρριψη για μοναξιά για βία για βία. φαντάζομαι ότι είναι δύσκολο για κάποιο γονιό να αποδεχτεί τις διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις του παιδιού του. φαντάζομαι ότι είναι δύσκολο για αυτή την κοινωνία να αποδεχτεί οτιδήποτε διαφορετικό. γιατί έχει μάθει να το φοβάται. και όποιος δεν το φοβάται μαθαίνει να το ξεφτιλίζει για να το νιώθει ακίνδυνο.

αλλά δυσκολεύομαι να φανταστώ έναν γονιό να στέλνει το παιδί του σε ψυχίατρο στην ηλικία των 16 για να το θεραπεύσει από την "αρρώστια της ομοφυλοφιλίας", δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος πατέρας θα έδερνε το παιδί του τόσο ώστε να το στείλει σε νοσοκομείο και ότι μια μητέρα θα φώναζε καλα του κάνεις. δυσκολεύομαι να καταλάβω πως κάποιος φίλος θα σε απέρριπτε μόνο και μόνο γιατι είσαι διαφορετικός από αυτόν. και το μεγαλύτερο πρόβλημά μου είναι ότι δυσκολεύομαι να βρω μια λύση για αυτό το πρόβλημα.
πάντα κατέβαζα ιδέες αλλά αυτή τη φορά δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάτι για να κάνω τον κόσμο να καταλάβει. δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάτι για να βοηθήσω το φίλο τ που βρίσκεται κυριολεκτικά εγκλωβισμένος σε ένα σπίτι με τους γονείς του, κακοποιείται συχνά από αυτούς, κρύβει την ταυτότητά του ώστε να μπορεί να έχει κάποιους φίλους, οι οποίοι τον απορρίπτουν καθημερινά. είναι ένα παιδί 16 χρονών σε απόγνωση, διωγμένος από όλους, εγκλωβισμένος σε μία καθημερινότητα βίας, μεγαλωμένος σε ένα καθεστώς φόβου.
και η ερώτηση είναι: τι μπορώ να κάνω? γιατί από τη στιγμή που καταλαβαίνω τι γίνεται, δε νομίζω πως μπορώ να μην κανω κάτι. η ερώτηση είναι τι?
όπως και το τι μπορεί να κάνει ο φίλος τ. είναι ανήλικος μένει σε μια επαρχιακή πόλη, θέλει να τελειώσει το σχολείο, θέλει να σπουδάσει, αλλά κυρίως θέλει να φύγει μακριά από όλους όσους ξέρει εκεί. μακριά από όσους τον απέρριψαν. τι να του πω.?
να κάνει υπομονή για άλλα δύο χρονια?
να φύγει από το σπίτι?
να πάει να δουλέψει?
να τους γράψει όλους και να είναι ο εαυτός του, με το κόστος της μοναξιάς πάνω του?
τι?
όλες αυτές είναι λύσεις αλλά είναι λύσεις απόγνωσης. είναι λύσεις θυμού και είναι κλασσικές λύσεις που δίνει η γενιά του 2000. γεμάτες θυμό και απολύτως άδειες από ελπίδα.
εξακολουθώ να πιστεύω ακράδαντα (και σε αυτό βασίζονται οι χ και ψ όταν μιλάνε περι τρέλας...) ότι οι γονείς του μπορούν να καταλάβουν. ότι ο τ μπορεί να τους προσεγγίσει, μπορεί να τους κάνει να καταλάβουν ότι μπορούν να τον αποδεχθούν. ότι αν επιμείνει, ότι αν προσπαθήσει τότε ίσως....

ο φίλος ψ διαφωνεί. κάθετα. λέει ότι αυτό δε γίνεται.

και ψάχνω. και αναρωτιέμαι. αυτο που αναρωτιέμαι πάντα. πώς μπορεί κανείς να κάνει τον κόσμο να τον ακούσει? πως κάνεις τους ανθρώπους να ονειρεύονται? πως να σκέφτονται για τους εαυτούς τους? πώς να μη φοβούνται? πως μπορείς να αλλάξεις τις συνειδήσεις των ανθρώπων?

υπήρχαν μεγάλοι άνθρωποι που το έκαναν αυτό. άνθρωποι που κατάφεραν να αλλάξουν τα πράγματα σε αυτό τον κόσμο. άνθρωποι που είχαν την ικανότητα να ονειρεύονται πράγματα μεγάλα και να μπορούν να τα μοιράζονται με τους άλλους. ψάχνω να βρω το μυστικό της επιτυχίας τους. ψάχνω να βρω αυτό που έχουν και κάνει τους ανθρώπους να ακούν.
αυτό θέλω να χαρίσω στο φίλο τ. και σε πολλούς άλλους φίλους που κάνουν τον κύκλο της αλφαβήτου 1000 φορές. γιατί δεν είναι μόνο αυτός. χιλιάδες παιδιά έχουν κακοποιηθεί από τους γονείς τους. χιλιάδες άτομα γνωρίζουν την απόρριψη σε μικρή ηλικία. ο κόσμος δε χάνει ευκαιρία να δείξει το σκληρό του πρόσωπο σε άτομα σαν το φίλο τ.
και το δώρο μου θέλω να πιστεύω ότι θα τον βοηθήσει.
και θέλω να πιστεύω ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα.

και όλοι μαζί θα πάμε στην ακρογιαλιά...

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

ενας απρίλης του δρόμου


Ένας μήνας ταξίδι, 1500 χιλιόμετρα, 4 μεταφορικά μέσα, 25 άνθρωποι γνωστοί και ξένοι, 1.234.342 καινούριες ιδέες και σκέψεις, 45 φωτογραφίες, 2 καταθλίψεις, 12 λίτρα αλκοόλ, ν τσιγάρα (όπου ν!), 1 καβγάς, 4 απογοητεύσεις, 3 είδη φτώχιας, 1 αδικία, 1 τηλεόραση, 3 καινούριοι συνθέτες, 47 τραγούδια, 2 πονεμένα πόδια, 4 βιβλία, 1 ανάσταση, 3 σοκολατένια αυγά, 10 κουτάβια, 1 λαγός, 8 διαφορετικά σπίτια, 1 ταπεράκι συκαλάκι γλυκό, 3 μηχανές, 1 easy rider, 5,77 λίτρα καφέ, 4 ντεπόν, 32 στάσεις μετρό, 1 αγώνας ποδοσφαίρου, 1 κουκέτα, 1 μπαταρία (και αν…), 1 ζευγάρι γυαλιά, 0 βιταμίνες με τζινσεγκ – όλως παραδόξως, 2 σκισμένοι πάτοι παπουτσιών, 3 κεφαλονίτες, 3 κατσαρίδες και 1879 πενταλιές.
Ένας μικρός μαθηματικός απολογισμός εκ του προχείρου για τον απρίλη που έφυγε. Τόσο μικρός και τόσο μεγάλος.
Ξαναγυρνώντας στα πάτρια εδάφη β’ κλάσσεως, εννοώντας τη θεσσαλονίκη, μετά από απουσία 25 ημερών, το σπίτι ήταν ίδιο, το κυκλαμινό μου ακόμη ζούσε (σκυλί, δεν ψοφάει με τίποτα!), η γειτονιά ήταν ίδια, ο θερμαϊκός έστεκε καλά, ο Παοκ ακόμη έπαιζε και το μπαλκόνι μου ακόμη κοιτούσε κατά τα κάστρα. Όλα καλά δηλαδή. Όλα είναι οικεία δηλαδή αν και παραδόξως καινούρια, ως αναμένεται, ως συνήθως.
Ο ορίζοντας ανοίγει το μάτι, ανοίγει τη σκέψη, σε κάνει να ονειρεύεσαι, σε κάνει να ελπίζεις και όχι να θυμώνεις, σε κάνει να θέλεις, να διεκδικείς, να περιμένεις, να είσαι ανυπόμονος, να μη φοβάσαι, να ακούς πιο προσεκτικά, να μιλάς πιο συνειδητά, να θυμάσαι καλύτερα, να προχωράς, να προχωράς, να προχωράς.
Θυμάμαι πια τον εαυτό μου το τελευταίο εξάμηνο και με πιάνει αναγούλα. Με πιέζει και μόνο που το θυμάμαι. Ο χειμώνας αυτός ήταν βαρύς. Ήταν μάταιος, ήταν σαψάλης. Αλλά η άνοιξη μπήκε όσο πιο γλυκά μπορούσε. Υπερβολικά γλυκά ακόμα και για άνοιξη. Και οι άνθρωποί του δικού μου απρίλη μπορεί να φαίνονται τόσο μάταιοι, τόσο απογοητευτικοί, αλλά για μένα είναι ότι πιο γοητευτικό έφερε η άνοιξη.
Είδα φτώχια μεγάλη, κυρίως πνευματική, είδα τεράστιες αντιθέσεις σε αποστάσεις μέτρων, είδα απογοήτευση, είδα φόβο, είδα έλλειψη. Είδα βία, είδα απορία, είδα απόγνωση.
Και όλα αυτά γέννησαν ελπίδα. Και το ρητό που ακολουθούμε για τον καινούριο μάη:
Το θέμα δεν είναι να ξέρεις πού είναι ο δρόμος. Δεν έχει σημασία να τον βλέπεις. Σημασία έχει να ξέρεις ότι είναι εκεί και υπάρχει. Και ακόμα κι αν δεν ξέρεις πού ακριβώς βρίσκεται να μπορείς να λες με όλη τη βεβαιότητα του είναι σου, ότι από κει είναι και από κει θα πάω. Και το σημαντικότερο: να κοιτάς τα αστέρια με το κεφάλι ψηλά, ξέροντας πού είναι ο δρόμος και προσέχοντας να μη σκοντάψεις. Τότε είσαι ήρωας!
Γεια χαρά και καλώς σας αντάμωσα πάλι!

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

τέλος μιας εποχής


από το πουθενά και εντελώς τυχαία έφτασαν στα αυτιά μου τα νέα για το θάνατο του Τζούλη. του Ζυλ Ντασέν. ξαφνικά και απροσδόκητα. μου ήταν εντελώς αδύνατο να πιστέψω ποτέ ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ να πεθάνει. γιατί ήταν δυνατός και γενναίος και γελαστός πιο πολύ από όλους τους άλλους. πιο έλληνας από όλους τους Έλληνες. και το είχε πει, το είχε πει ότι ο Απρίλης είναι κακός μήνας για την Ελλάδα. άρα και για αυτόν. απίστευτο κρίμα. απίστευτη λύση. ήταν ονειρο ζωής για μένα να τον συναντήσω μια φορά και να του σφίξω το χέρι. γιατί μου είχε δώσει πολλά. ήταν ένα σύμβολο. όχι είδωλο. ένα σύμβολο μιας εποχής μακρινής και οικείας, μιας αθώας εποχής που καταλάβαινες που πρέπει να είσαι και πού πρέπει να πολεμησεις. μιας εποχής που ποτέ δεν έζησα και πάντα τη θεωρούσα κομμάτι μου. μέσα από τις ιστορίες της Μελίνας, που τις λέει πιο όμορφα από κάθε γιαγιά, μάθαινα για την Ελλάδα του 50 για το παρίσι για τον τζούλη για όλα τα όμορφα πράγματα της πιο άσχημης εποχής που πέρασε αυτή η χώρα. δεν ξέρω ποιο είναι αυτό το χάρισμα που απαιτείται για να βλέπει κανείς μόνο τα όμορφα πράγματα σε έναν τόπο, και να αφήνει όλα τα άσχημα από έξω. γιατί αυτό έκαναν. τόσο όμορφα και τόσο ζωντανα που για μένα αυτά τα χρόνια φάνταζαν σαν παραμύθι. η μουσική του θοδωράκη, το κρητικό φαί και η φιλοξενία, τα παλιά αμάξια στους τότε χωματόδρομους της Αθήνας, το θέατρο και η αναγέννησή του, τα κείμενα, τα λόγια, οι άνθρωποι, ηθοποιοί τραγουδιστές πολιτικοί. όλα. το παρίσι και τα γαλλικά που μάθαιναν όλοι. άνθρωποι του χώρου. άνθρωποι όμορφοι. παραδέχομαι μια μικρή θεοποίηση της εποχής αυτής από μέρους μου αλλά ήταν αδύνατο να μην το κάνω γιατί το ήθελα. ζήλευα τη ζωή τους, την εποχή τους, ζήλευα τα κινήματά τους, ζήλευα τις ιδέες τους. αλλά αυτοί οι άνθρωποι σιγά σιγά φεύγουν και δε μένει κανείς να αναβιώσει αυτό που τόσο ζητούσα. για λίγο να μείνω εκεί. να ακούσω τις ιστορίες τους. ο θοδωράκης στέκει ακόμη. όρθιος, γίγαντας, αεικίνητος και πράος όπως τον ξέρω από τις ιστορίες. ο μάνος χάθηκε, και η μελίνα μαζί του. αυτό ήταν το πιο περίεργο. ήμουν 7 χρονών τότε όταν την είδα στην τηλεόραση να αποχαιρετά τους δικούς της για να μπει σε ένα αεροπλάνο που έφυγε στην αμερική για μια εγχείρηση. ήμουν μικρή αλλά είδα στα μάτια της από τη μια την ελπίδα ότι θα ζήσει και από την άλλη τη γνώση και την ετοιμότητα που είχε ξέροντας ότι θα πεθάνει. και την αγάπησα αμέσως γιατί είχε τόσο πείσμα και έμοιαζε τόσο πολύ στη μαμά μου. από τότε πίστευα ότι αν είσαι μεγάλος και αν η ζωή σου έχει δώσει κάτι σε άλλους ανθρώπους πεθαίνεις πετώντας. όχι με αεροπλάνο βέβαια αλλά πετώντας. δεν ξαναγύρισε. και αύριο θα κοιμηθεί και ο τζούλης μαζί της. όπως αξίζουν ο ένας να μένει έτσι δίπλα στον άλλον. γιατί ποτέ δεν έχω δει δύο ανθρώπους να ταιριάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους. ποτέ δεν έχω ποθήσει με τόσο πείσμα τη ζωή κανενός. ποτέ δε μου είπε κανείς ιστορίες σαν κι αυτές που έλεγε η μελίνα για το τζούλη, αυτές που μου γέμιζαν την καρδιά. και ποτέ κανείς δε θα μπορέσει να με κάνει να νιώσω σα να ζω σε αυτή την εποχή που τόσο πολύ χαρακτήρισαν μέσα μου αυτοί οι δύο. μια εποχή μακρινή και οικεία μια εποχή που αγαπώ και ποτέ δεν έζησα. αντίο τζούλη, αντίο μελίνα. σας αγαπώ και σας θυμάμαι. και αυτή εποχή σβήνει μαζί σας.

το μόνο που μπορώ πλέον είναι να βλέπω ξεθωριασμένες συνεντεύξεις στο youtube και να διαβάζω ξανά και ξανά τα απομνημονεύματά της. όμως αυτή η σκιά και η λάμψη του 60 έχει μείνει και έχει περάσει ακόμη και σε μας. την καινούρια γενιά, αυτή που υποτίθεται ότι θα αλλάξει τον κόσμο. πφ!